ευαγγέλιος

εὐαγγέλιος, ὁ (A) (ΑΜ και εὐαγγέλιος, -ον) [ευάγγελος]
αυτός που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο, ο ευαγγελικός («εὐαγγέλιος φωνή», Κλήμ. Αλ.)
αρχ.
1. αυτός που φέρνει ευχάριστη είδηση, καλή αγγελία
2. ως επίθ. τού Διός
3. το αρσ. ως ουσ. ὁ Εὐαγγέλιος (ενν. μήνας)
μήνας ενός ασιατικού ημερολογίου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Εὐαγγέλιος — giver of glad tidings masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐαγγελίοις — Εὐαγγέλιος giver of glad tidings masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐαγγελίου — Εὐαγγέλιος giver of glad tidings masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐαγγελίων — Εὐαγγέλιος giver of glad tidings masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐαγγελίῳ — Εὐαγγέλιος giver of glad tidings masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐαγγέλιον — Εὐαγγέλιος giver of glad tidings masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ԱՒԵՏԱՒՈՐ — (ի, աց.) NBH 1 0395 Chronological Sequence: Early classical, 5c, 6c, 7c, 10c, 11c, 13c εὑαγγελίζων annuntians, εὑαγγέλιος, εὑαγγέλος laeta nuncians, qui fausta annunciat Աւետօղ. աւետաբեր. աւետատու. ... *Եւ նա աւետաւոր է: Առաքեցին շուրջանակի… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • Εὐαγγελίωι — Εὐαγγελίῳ , Εὐαγγέλιος giver of glad tidings masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.